Sunday, September 27, 2026

(*) Τσοσκούνογλου Τουριστική εκπαίδευση αποδελτίωση


Άρθρο στο Money Tourism με σχολιασμούς κύκλων μαθητών και μη κυρίου Τσοσκούνογλου.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ – Εκπαίδευση στον Τουρισμό: Η μεγάλη επένδυση στους ανθρώπους που θα κρατήσουν την Ελλάδα στην κορυφή


Τσοσκούνογλου : Έστω και αν - λέω ΑΝ - αποτελεί κείμενο προώθησης ,απουσιάζει από το κείμενο,η Δημόσια Τουριστική/Ξενοδοχειακή εκπαίδευση δλδ.ΑΣΤΕ & ΣΑΕΚ.

Εκεί την έφεραν οι παλινωδίες των Υπουργείων Τουρισμού και Παιδείας,χωρίς ταυτότητα,χωρίς κατάταξη,χωρίς αναγνώριση.

Κύριε καθηγητά,

Εδώ και τριάντα χρόνια δεν έχω τοποθετηθεί ακόμα λόγω θέσης...

Το κείμενο είναι εκτός τόπου και πραγματικότητας!

Δυστυχώς...

Απόψεις ιδιωτικής πρωτοβουλίας, από τον ιδιωτικό τομέα, χωρίς υπογραφή αρθρογράφου...


Αφού υπάρχει τόση αγάπη και ενδιαφέρον για τις επιχειρησιακές ιδιωτικές σχολές που θα στελεχώσουν αύριο τις τουριστικές επιχειρήσεις με τους επαγγελματίες πτυχιούχους τους, μπορεί κάποιος να μας πει μερικούς απόφοιτους αυτών των σχολών που σήμερα κάνουν ή έχουν κάνει καριέρα στο τουρισμό και δη στη ξενοδοχειακή βιομηχανία;

Να έχουν καθαρές τουριστικές σπουδές και όχι να είναι απόφοιτοι σχολών ή πανεπιστημίων που έλαβαν και ένα πτυχίο management ή διοίκησης και οικονομίας από σεμινάρια ή πιστοποιήσεις τα τελευταία δέκα δεκαπέντε χρόνια και ένθεν...




Προτείνω στον αρθρογράφο (δεν συμβουλεύω ούτε συστήνω) ενδελεχή αναζήτηση και τεκμηριωμένη άποψη καθώς και ολοκληρωμένες προτάσεις περί τουριστικής εκπαίδευσης εις το μέλλον!




Η μακροχρόνια εμπειρία και πείρα των τριάντα εννέα ετών, στο τουρισμό και δη στη τουριστική εκπαίδευση, μου έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσω και να συναντήσω μόνο καλούς φίλους και συνεργάτες.

Οι παραπάνω σκέψεις μου δεν αφορούν αυτούς, αλλά τα νέα "στελέχη" του τουρισμού και της βαριάς τουριστικής βιομηχανίας της χώρας μας, που κινείται δεν ξέρω με ποιον και που πηγαίνει και θα πάει...

Ίδωμεν.

ΑΥΤΑ.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή οι ιδιωτικές σχολές αυτοπαρουσιάζονται ως οι καλύτερες, και δεν είναι. Θα ήταν ευχής έργο αν κάποια στιγμή το Υπ. Τ. αποδεχόταν τις προτάσεις μας για διαφημιστική προβολή του έργου που συντελείται

Αθανάσιος Αγριόπουλος φιλτατε δυστυχώς και Διευθυντές από την ιδιωτική εκπαίδευση υπάρχουν και οι σχολές έχουν απαξιωθεί από λάθος αποφάσεις των αρμόδιων υπουργείων.Τα μέσα των 90ς οι απόφοιτοι των ΑΣΤΕ εγένοντο δεκτοί στο Πάντειο Πανεπιστήμιο η στα μεταπτυχιακά Χίου και Πάτρας.Σημερα αστα να πάνε.

Tsoskounoglou Evangelos συμφωνώ απόλυτα μαζί σας!

Μεγάλη κουβέντα ανοίγουμε...

Όμως οι σχολές μας έχουν γράψει ιστορία με όλα τα παιδιά μας που αποφοίτησαν.

Το μείζον θέμα, είναι αυτό που αναδείξατε: ΤΩΡΑ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;


Αθανάσιος Αγριόπουλος Ακριβώς φιλτατε όντας παιδί της Δημόσιας Ξενοδοχειακής Εκπαίδευσης.Και δεν έχω κάτι εναντίον της ιδιωτικής εκπαίδευσης αλλά υποστηρίζω την αξία της Δημόσιας εκπαίδευσης.



Tsoskounoglou Evangelos τη δεκαετία 1997-2007 ήμουν το κόκκινο πανί για την ιδιωτική εκπαίδευση... Ακόμα έχω δίκαιο κύριε καθηγητά!

Περασμένα ναι, ξεχασμένα όχι..

-Από την έλλειψη προσωπικού στη μάχη για δεξιότητες, ποιότητα και διεθνή ανταγωνιστικότητα

-Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται Εκπαίδευση και τουριστικές σχολές αντάξιες της θέσης της στον παγκόσμιο Τουρισμό

Η αναβάθμιση της τουριστικής εκπαίδευσης δεν είναι πλέον επιλογή. Είναι μονόδρομος για την ανταγωνιστικότητα και, τελικά, για την ίδια την επιβίωση του ελληνικού Τουρισμού.


Ο ελληνικός Τουρισμός έχει αποδείξει ότι μπορεί να πρωταγωνιστεί διεθνώς. Νέες επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ξενοδοχειακά προϊόντα υψηλών προδιαγραφών, ισχυρά brands και ένας προορισμός με μοναδικά φυσικά και πολιτιστικά πλεονεκτήματα έχουν τοποθετήσει την Ελλάδα στις κορυφαίες επιλογές της παγκόσμιας ταξιδιωτικής αγοράς. Όμως, πίσω από κάθε ξενοδοχείο, κάθε εστιατόριο, κάθε εμπειρία και κάθε επένδυση υπάρχουν οι άνθρωποι. Και σήμερα το ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για την επόμενη ημέρα του ελληνικού Τουρισμού.


-Από την έλλειψη προσωπικού στη μάχη για δεξιότητες, ποιότητα και διεθνή ανταγωνιστικότητα

-Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται Εκπαίδευση και τουριστικές σχολές αντάξιες της θέσης της στον παγκόσμιο Τουρισμό

Η αναβάθμιση της τουριστικής εκπαίδευσης δεν είναι πλέον επιλογή. Είναι μονόδρομος για την ανταγωνιστικότητα και, τελικά, για την ίδια την επιβίωση του ελληνικού Τουρισμού.

Ο ελληνικός Τουρισμός έχει αποδείξει ότι μπορεί να πρωταγωνιστεί διεθνώς. Νέες επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ξενοδοχειακά προϊόντα υψηλών προδιαγραφών, ισχυρά brands και ένας προορισμός με μοναδικά φυσικά και πολιτιστικά πλεονεκτήματα έχουν τοποθετήσει την Ελλάδα στις κορυφαίες επιλογές της παγκόσμιας ταξιδιωτικής αγοράς. Όμως, πίσω από κάθε ξενοδοχείο, κάθε εστιατόριο, κάθε εμπειρία και κάθε επένδυση υπάρχουν οι άνθρωποι. Και σήμερα το ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για την επόμενη ημέρα του ελληνικού Τουρισμού.




Γι’ αυτό και η αναβάθμιση της τουριστικής εκπαίδευσης αποτελεί σήμερα μονόδρομο για την επιβίωση και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού Τουρισμού. Και ταυτόχρονα ένα μεγάλο εθνικό στοίχημα. Γιατί μια χώρα η οποία συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς του κόσμου θα έπρεπε να έχει μια εξίσου μεγάλη φιλοδοξία: να διαθέτει ορισμένες από τις καλύτερες σχολές Τουρισμού και Φιλοξενίας στον κόσμο. Να μην εκπαιδεύουμε απλώς προσωπικό για να καλύπτουμε τις ανάγκες της επόμενης σεζόν, αλλά να δημιουργούμε στελέχη, managers, chefs και επαγγελματίες που θα μπορούν να πρωταγωνιστούν διεθνώς. Το θετικό είναι ότι στην ελληνική αγορά υπάρχουν ήδη σημαντικές πρωτοβουλίες που δείχνουν τον δρόμο. Και ένας κοινός παρονομαστής γίνεται ολοένα πιο εμφανής: η εκπαίδευση εγκαταλείπει σταδιακά το παλαιό μοντέλο της απομονωμένης θεωρητικής κατάρτισης και συνδέεται πολύ πιο στενά με την πραγματική οικονομία και τις επιχειρήσεις.

συζήτηση δεν μπορεί πλέον να εξαντλείται στην έλλειψη -μερικών δεκάδων χιλιάδων- εργαζομένων. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Η ελληνική τουριστική βιομηχανία χρειάζεται μόνο περισσότερους ανθρώπους, αλλά κυρίως χρειάζεται καλύτερα εκπαιδευμένους ανθρώπους, με σύγχρονες γνώσεις, επαγγελματική κουλτούρα, τεχνολογικές δεξιότητες, εξοικείωση με την τεχνητή νοημοσύνη και τα δεδομένα, γνώση ξένων γλωσσών, διοικητικές ικανότητες και, πάνω απ’ όλα, πραγματική αντίληψη του τι σημαίνει Φιλοξενία.

Γι’ αυτό και η αναβάθμιση της τουριστικής εκπαίδευσης αποτελεί σήμερα μονόδρομο για την επιβίωση και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του ελληνικού Τουρισμού. Και ταυτόχρονα ένα μεγάλο εθνικό στοίχημα. Γιατί μια χώρα η οποία συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς του κόσμου θα έπρεπε να έχει μια εξίσου μεγάλη φιλοδοξία: να διαθέτει ορισμένες από τις καλύτερες σχολές Τουρισμού και Φιλοξενίας στον κόσμο. Να μην εκπαιδεύουμε απλώς προσωπικό για να καλύπτουμε τις ανάγκες της επόμενης σεζόν, αλλά να δημιουργούμε στελέχη, managers, chefs και επαγγελματίες που θα μπορούν να πρωταγωνιστούν διεθνώς. Το θετικό είναι ότι στην ελληνική αγορά υπάρχουν ήδη σημαντικές πρωτοβουλίες που δείχνουν τον δρόμο. Και ένας κοινός παρονομαστής γίνεται ολοένα πιο εμφανής: η εκπαίδευση εγκαταλείπει σταδιακά το παλαιό μοντέλο της απομονωμένης θεωρητικής κατάρτισης και συνδέεται πολύ πιο στενά με την πραγματική οικονομία και τις επιχειρήσεις.

Το αφιέρωμα του ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Το ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ, στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2026, δημοσιεύει ένα εκτενές αφιέρωμα στην Τουριστική Εκπαίδευση.

Η συνεργασία της ΑΚΜΗ με τον Όμιλο Sani/Ikos, μέσω του HOSPITALITY FORWARD, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης. Το πρόγραμμα μπαίνει το ακαδημαϊκό έτος 2026-27 στον τέταρτο χρόνο λειτουργίας του, προσφέροντας πρόσθετη βιωματική εκπαίδευση και on-the-job training, ενώ οι σπουδαστές μπορούν να έχουν σύμβαση εργασίας ήδη από το πρώτο εξάμηνο. Η σύνδεση εκπαίδευσης και πραγματικής ξενοδοχειακής λειτουργίας είναι εδώ δομικό στοιχείο του προγράμματος και όχι συμπληρωματική παροχή

Στην ίδια λογική κινείται η συνεργασία της Ella Resorts με το IST College, η οποία ξεκίνησε το 2023. Επτά πλήρεις υποτροφίες έχουν ήδη δοθεί για το τριετές BA (Hons) International Tourism & Hospitality Management, ενώ οι φοιτητές έχουν τη δυνατότητα αμειβόμενης επαγγελματικής εμπειρίας στα ξενοδοχεία της Ella Resorts από το πρώτο εξάμηνο. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η έμφαση στα λεγόμενα durable skills – επικοινωνία, συνεργασία, δημιουργικότητα, προσαρμοστικότητα και κριτική σκέψη. Γιατί η φιλοξενία δεν είναι μόνο γνώση διαδικασιών. Είναι κατεξοχήν ανθρώπινη δραστηριότητα.

Παράλληλα, ιστορικές σχολές συνεχίζουν να εξελίσσονται. Η LE MONDE, συμπληρώνοντας 30 χρόνια παρουσίας στην τουριστική και γαστρονομική εκπαίδευση, αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα σπουδών, από Hotel Management, Chef και Pastry Chef μέχρι προγράμματα δια βίου μάθησης, εξειδικεύσεις στο F&B, στο Front Office, στο wine education και σύγχρονες μορφές online εκπαίδευσης.

Το LE MONDE College προσθέτει πλέον και πανεπιστημιακές σπουδές Hospitality Management σε συνεργασία με το Haaga-Helia University of Applied Sciences της Φινλανδίας, με πρόγραμμα που συνδέει τη θεωρία με την εφαρμογή και ενσωματώνει σύγχρονες ψηφιακές πρακτικές.


Tο μέλλον του ελληνικού Τουρισμού δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα νέα ξενοδοχεία θα χτίσουμε ή πόσες νέες αεροπορικές συνδέσεις θα αποκτήσουμε. Θα κριθεί πρωτίστως από τους ανθρώπους που θα τα λειτουργήσουν.

Ιδιαίτερη διαδρομή έχει και το Swiss Alpine Center, που συμπληρώνει 40 χρόνια και λειτουργεί πλέον ως Τμήμα Διοίκησης Φιλοξενίας και Τουρισμού του City Unity College. Με αποφοίτους από περισσότερες από 70 χώρες και συνεργασία με το Cardiff Metropolitan University, προσφέρει προγράμματα που φθάνουν από το Hospitality & Events Management έως το Luxury Hospitality, Sustainability & Branding, δείχνοντας πόσο διεθνής έχει γίνει πλέον η αγορά στελεχών του Τουρισμού.

Ένα διαφορετικό αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρον μοντέλο αντιπροσωπεύει η HotelBrain Academy, η οποία δημιουργήθηκε από έναν μεγάλο ξενοδοχειακό όμιλο και μεταφέρει στην εκπαιδευτική διαδικασία την τεχνογνωσία περισσότερων από 120 ξενοδοχείων.

Τα προγράμματά της περιλαμβάνουν Hotel Management, Sales & Revenue Management, αλλά και σύγχρονες θεματικές όπως sustainability, digital marketing, data management και AI. Ξεχωριστή διάσταση αποτελεί και το μόνιμο πρόγραμμα ξενοδοχειακής εκπαίδευσης για κωφούς και βαρήκοους, μέσα από το οποίο περισσότεροι από 85 απόφοιτοι έχουν ήδη ενταχθεί επαγγελματικά στον κλάδο.

Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες καταλήγουν στην ίδια διαπίστωση: η τουριστική εκπαίδευση πρέπει να έρθει πολύ πιο κοντά στην πραγματική φιλοξενία. Στις επιχειρήσεις, στην τεχνολογία, στις νέες απαιτήσεις του ταξιδιώτη και στα πραγματικά δεδομένα της αγοράς. Η θεωρία είναι απαραίτητη, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Η πρακτική εμπειρία, η δια βίου μάθηση, η εξειδίκευση και η στενή συνεργασία σχολών και επιχειρήσεων αποτελούν πλέον προϋποθέσεις και όχι πολυτέλεια.

Η μεγάλη πρόκληση στην Εκπαίδευση

Η Ελλάδα έχει κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς του κόσμου. Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι εξίσου φιλόδοξο: να γίνει διεθνής προορισμός και για την τουριστική εκπαίδευση.

Να δημιουργήσουμε σχολές που δεν θα καλύπτουν απλώς τα κενά της αγοράς, αλλά θα παράγουν γνώση, καινοτομία και ηγετικά στελέχη. Σχολές στις οποίες θα θέλουν να σπουδάζουν νέοι από όλο τον κόσμο ακριβώς επειδή βρίσκονται στην Ελλάδα, σε μία από τις μεγαλύτερες «ζωντανές τάξεις» Τουρισμού και Φιλοξενίας διεθνώς. Γιατί τελικά το μέλλον του ελληνικού Τουρισμού δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα νέα ξενοδοχεία θα χτίσουμε ή πόσες νέες αεροπορικές συνδέσεις θα αποκτήσουμε.

Θα κριθεί πρωτίστως από τους ανθρώπους που θα τα λειτουργήσουν.


Πέντε μήνες δουλειά, πέντε μήνες ταμείο; Μήπως συζητάμε λάθος για το προσωπικό των ξενοδοχείων;


Γράφει η Δρ. Λεμονιά Παπαδοπούλου – Κελίδου (*)


Εδώ και αρκετά χρόνια ακούμε την ίδια αγωνία από τον ελληνικό τουρισμό: «δεν βρίσκουμε προσωπικό». Και δεν πρόκειται για υπερβολή. Παρά τη βελτίωση που έχει σημειωθεί, το 2025 τα ελληνικά ξενοδοχεία χρειάζονταν, σύμφωνα με το ΙΤΕΠ, 263.026 εργαζομένους και κατάφεραν να καλύψουν 226.881 θέσεις. Έμειναν κενές 36.145 θέσεις, δηλαδή το 13,7% των συνολικών αναγκών. Είναι το χαμηλότερο ποσοστό της τελευταίας πενταετίας, άρα υπάρχει πρόοδος, αλλά 36.000 κενές θέσεις δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν λυμένο πρόβλημα.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα επανέρχεται η συζήτηση για την επέκταση του επιδόματος ανεργίας των εποχικά εργαζομένων στον ξενοδοχειακό κλάδο, ώστε να μπορούν να παραμένουν στο επάγγελμα μέχρι να ξεκινήσει η επόμενη τουριστική περίοδος. Το αίτημα υποστηρίζεται όχι μόνο από σωματεία εργαζομένων αλλά και από εκπροσώπους της ίδιας της ξενοδοχειακής αγοράς. Η Ένωση Ξενοδόχων Σαντορίνης έχει ταχθεί υπέρ της ενίσχυσης της προστασίας των εποχικών εργαζομένων και της επέκτασης της σχετικής στήριξης, συνδέοντας ευθέως την οικονομική τους ασφάλεια με τη βιωσιμότητα του τουριστικού προϊόντος. Παράλληλα, ο Παγκρήτιος Σύλλογος Διευθυντών Ξενοδοχείων έχει θέσει το ζήτημα της διάρκειας του επιδόματος ανεργίας στο πλαίσιο της συζήτησης για τα κίνητρα που απαιτούνται ώστε να παραμείνει έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό στον κλάδο.


Το αίτημα έχει μια απολύτως κατανοητή βάση. Ο εργαζόμενος που τελειώνει τη σεζόν τον Οκτώβριο δεν σταματά να πληρώνει ενοίκιο τον Νοέμβριο. Δεν σταματά να έχει οικογένεια, λογαριασμούς ή καθημερινές ανάγκες μέχρι να ανοίξει ξανά το ξενοδοχείο τον Απρίλιο. Η εποχικότητα δεν είναι δική του επιλογή. Είναι χαρακτηριστικό του επιχειρηματικού μοντέλου μεγάλου μέρους του ελληνικού τουρισμού. Η ίδια η εργατική νομοθεσία αναγνωρίζει αυτή την ιδιαιτερότητα, χαρακτηρίζοντας τη σχέση εργασίας στις εποχικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ως ιδιόρρυθμα ρυθμιζόμενη ορισμένου χρόνου και προβλέποντας, υπό προϋποθέσεις, δικαίωμα επαναπρόσληψης την επόμενη περίοδο.






ΑρχικήΓΝΩΜΗΠέντε μήνες δουλειά, πέντε μήνες ταμείο; Μήπως συζητάμε λάθος για το προσωπικό...

ΓΝΩΜΗ

Πέντε μήνες δουλειά, πέντε μήνες ταμείο; Μήπως συζητάμε λάθος για το προσωπικό των ξενοδοχείων;

16 Σεπτεμβρίου, 2026




Γράφει η Δρ. Λεμονιά Παπαδοπούλου – Κελίδου (*)

Εδώ και αρκετά χρόνια ακούμε την ίδια αγωνία από τον ελληνικό τουρισμό: «δεν βρίσκουμε προσωπικό». Και δεν πρόκειται για υπερβολή. Παρά τη βελτίωση που έχει σημειωθεί, το 2025 τα ελληνικά ξενοδοχεία χρειάζονταν, σύμφωνα με το ΙΤΕΠ, 263.026 εργαζομένους και κατάφεραν να καλύψουν 226.881 θέσεις. Έμειναν κενές 36.145 θέσεις, δηλαδή το 13,7% των συνολικών αναγκών. Είναι το χαμηλότερο ποσοστό της τελευταίας πενταετίας, άρα υπάρχει πρόοδος, αλλά 36.000 κενές θέσεις δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν λυμένο πρόβλημα.


Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα επανέρχεται η συζήτηση για την επέκταση του επιδόματος ανεργίας των εποχικά εργαζομένων στον ξενοδοχειακό κλάδο, ώστε να μπορούν να παραμένουν στο επάγγελμα μέχρι να ξεκινήσει η επόμενη τουριστική περίοδος. Το αίτημα υποστηρίζεται όχι μόνο από σωματεία εργαζομένων αλλά και από εκπροσώπους της ίδιας της ξενοδοχειακής αγοράς. Η Ένωση Ξενοδόχων Σαντορίνης έχει ταχθεί υπέρ της ενίσχυσης της προστασίας των εποχικών εργαζομένων και της επέκτασης της σχετικής στήριξης, συνδέοντας ευθέως την οικονομική τους ασφάλεια με τη βιωσιμότητα του τουριστικού προϊόντος. Παράλληλα, ο Παγκρήτιος Σύλλογος Διευθυντών Ξενοδοχείων έχει θέσει το ζήτημα της διάρκειας του επιδόματος ανεργίας στο πλαίσιο της συζήτησης για τα κίνητρα που απαιτούνται ώστε να παραμείνει έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό στον κλάδο.



Το αίτημα έχει μια απολύτως κατανοητή βάση. Ο εργαζόμενος που τελειώνει τη σεζόν τον Οκτώβριο δεν σταματά να πληρώνει ενοίκιο τον Νοέμβριο. Δεν σταματά να έχει οικογένεια, λογαριασμούς ή καθημερινές ανάγκες μέχρι να ανοίξει ξανά το ξενοδοχείο τον Απρίλιο. Η εποχικότητα δεν είναι δική του επιλογή. Είναι χαρακτηριστικό του επιχειρηματικού μοντέλου μεγάλου μέρους του ελληνικού τουρισμού. Η ίδια η εργατική νομοθεσία αναγνωρίζει αυτή την ιδιαιτερότητα, χαρακτηρίζοντας τη σχέση εργασίας στις εποχικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ως ιδιόρρυθμα ρυθμιζόμενη ορισμένου χρόνου και προβλέποντας, υπό προϋποθέσεις, δικαίωμα επαναπρόσληψης την επόμενη περίοδο.



Αλλά ακριβώς εδώ αρχίζει μια συζήτηση που ίσως πρέπει να κάνουμε λίγο πιο δύσκολη. Αν το 2026, μετά από τόσα χρόνια ελλείψεων προσωπικού, η βασική μας πρόταση για να κρατήσουμε έναν εργαζόμενο στον τουρισμό είναι να του εξασφαλίσουμε περισσότερους μήνες ανεργίας μέχρι να επιστρέψει στην ίδια δουλειά, μήπως αντιμετωπίζουμε το σύμπτωμα και όχι την αιτία;

Το ερώτημα δεν στρέφεται εναντίον του επιδόματος ανεργίας. Το επίδομα είναι απαραίτητο δίχτυ ασφαλείας σε μια οικονομία με τόσο έντονη εποχικότητα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατραπεί από δίχτυ ασφαλείας σε μόνιμο δεύτερο σκέλος ενός επαγγελματικού μοντέλου: λίγοι μήνες εργασία, μερικοί μήνες επίδομα και επιστροφή στην ίδια επιχείρηση την επόμενη σεζόν. Αν αυτό παγιωθεί, τότε δεν χρηματοδοτούμε μόνο την προστασία του εργαζομένου από την ανεργία. Χρηματοδοτούμε, εν μέρει, την ίδια την εποχικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου.

Οι αριθμοί δείχνουν ότι δεν πρόκειται για περιθωριακό ζήτημα. Τον Μάρτιο του 2026, από τους 176.306 επιδοτούμενους ανέργους της ΔΥΠΑ, οι 54.778 ήταν εποχικοί εργαζόμενοι τουριστικών επαγγελμάτων, δηλαδή το 31,1% του συνόλου. Τον Απρίλιο ήταν ακόμη 41.516, ή 25,6% όλων των επιδοτούμενων ανέργων. Πρόκειται επομένως για έναν πολύ σημαντικό μηχανισμό κοινωνικής προστασίας, αλλά και για έναν μηχανισμό με πραγματικό κόστος για το ασφαλιστικό και δημόσιο σύστημα.

Κάπου εδώ είναι εύλογο ένας ξενοδόχος να αντιδράσει. «Μα δεν γνωρίζετε πώς λειτουργεί μια εποχική μονάδα; Πώς θα πληρώνω προσωπικό τον Ιανουάριο όταν το ξενοδοχείο είναι κλειστό και δεν έχει ούτε ένα ευρώ έσοδο;». Είναι απολύτως σοβαρή ένσταση. Ένα ξενοδοχείο που λειτουργεί πέντε ή έξι μήνες δεν μπορεί μαγικά να αποκτήσει δωδεκάμηνα έσοδα. Και βέβαια δεν είναι ίδια η οικονομική δυνατότητα ενός μεγάλου ξενοδοχειακού ομίλου με εκείνη μιας μικρής οικογενειακής μονάδας είκοσι δωματίων. Η συζήτηση λοιπόν δεν μπορεί να καταλήξει σε μια οριζόντια απαίτηση «πληρώνετε όλους δώδεκα μήνες». Αυτό θα ήταν οικονομικά ανεδαφικό.

Όμως η ένσταση αυτή οδηγεί σε ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον ερώτημα. Αν ένας έμπειρος μάγειρας, ένας receptionist, ένας τεχνικός ή ένας προϊστάμενος είναι τόσο πολύτιμος ώστε κάθε Απρίλιο φοβόμαστε ότι δεν θα επιστρέψει, ποιος πρέπει να αναλαμβάνει το κόστος για να διατηρηθεί αυτή η σχέση; Μόνο ο εργαζόμενος, που μένει μήνες με χαμηλότερο εισόδημα; Μόνο το σύστημα κοινωνικής προστασίας; Ή μήπως χρειάζεται μια πιο ισορροπημένη διαπραγμάτευση ανάμεσα στην επιχείρηση, τον εργαζόμενο και την πολιτεία;

Θα μπορούσε επίσης κάποιος να πει: «Κατάρτιση τον χειμώνα; Τι κατάρτιση; Σεμινάρια για να λέμε ότι κάτι κάνουμε;». Και πάλι, η κριτική είναι δίκαιη εάν μιλάμε για προγράμματα χωρίς σύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες μιας μονάδας. Η κατάρτιση δεν έχει καμία αξία όταν γίνεται για να συμπληρωθεί ένας φάκελος ή για να εισπραχθεί μια επιδότηση. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Ένα ξενοδοχείο δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε σχολή κατά τους χειμερινούς μήνες.

Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην τεχνητή κατάρτιση και στην αξιοποίηση μέρους του ανθρώπινου δυναμικού για πραγματική προετοιμασία της επόμενης περιόδου. Ανάλυση αξιολογήσεων πελατών και παραπόνων, redesign διαδικασιών, διαχείριση CRM, σχεδιασμός νέων υπηρεσιών, digital marketing, προετοιμασία πωλήσεων, sustainability reporting, οργάνωση προμηθειών, maintenance planning, χρήση νέων συστημάτων κρατήσεων και revenue management είναι πραγματικές λειτουργίες μιας σύγχρονης ξενοδοχειακής επιχείρησης. Δεν αφορούν όλες τις ειδικότητες ούτε μπορούν όλες οι μονάδες να τις προσφέρουν. Μπορούν όμως να δημιουργήσουν για ένα μέρος του προσωπικού μεγαλύτερη διάρκεια ουσιαστικής απασχόλησης.

Μάλιστα, η λογική ότι η δημόσια στήριξη μπορεί να συνδεθεί με την παραμονή στην απασχόληση αντί μόνο με την ανεργία δεν είναι θεωρητική. Στην Κύπρο λειτουργεί ειδικό σχέδιο στήριξης της απασχόλησης στον ξενοδοχειακό τομέα, στο οποίο η κρατική ενίσχυση συνδέεται με την πραγματική απασχόληση και με υποχρεώσεις του εργοδότη ως προς τη διατήρηση του προσωπικού και την καταβολή μισθού. Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιγράψει το κυπριακό μοντέλο. Δείχνει όμως ότι υπάρχουν ενδιάμεσες λύσεις μεταξύ του «το ξενοδοχείο πληρώνει τα πάντα» και του «ο εργαζόμενος μένει άνεργος και το κράτος καλύπτει το κενό».

Και εδώ ίσως πρέπει να αλλάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματευόμαστε τη σχέση εργασίας στον τουρισμό. Ένας εποχικός εργαζόμενος δεν αξιολογεί μόνο τον μισθό που θα πάρει τον Αύγουστο. Αξιολογεί τι θα κερδίσει συνολικά μέσα στο έτος. Αναρωτιέται τι θα κάνει τον χειμώνα, αν μπορεί να συντηρήσει ένα σπίτι, αν θα έχει σταθερότητα, αν υπάρχει επαγγελματική εξέλιξη και αν σε πέντε χρόνια θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση από σήμερα. Ειδικά για έναν νέο άνθρωπο, αυτή η συνολική εικόνα είναι συχνά σημαντικότερη από έναν σχετικά καλό μηνιαίο μισθό για πέντε μήνες.

Από την πλευρά της επιχείρησης, η εξίσωση είναι επίσης δύσκολη. Οι ξενοδόχοι δεν λειτουργούν σε κενό. Αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ενέργειας, τροφίμων, χρηματοδότησης, συντήρησης και μισθοδοσίας, ενώ πολλές μικρές εποχικές μονάδες έχουν περιορισμένο χρονικό διάστημα για να δημιουργήσουν το εισόδημα ολόκληρου του έτους. Το 2025, πάντως, ο ξενοδοχειακός κλάδος συνολικά εμφάνισε τζίρο περίπου 12,5 δισ. ευρώ και πραγματοποίησε επενδύσεις περίπου 1,5 δισ. ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι «όλα τα ξενοδοχεία έχουν λεφτά». Η μεγάλη διαφορά μεγέθους, κατηγορίας και κερδοφορίας μέσα στον κλάδο καθιστά μια τέτοια γενίκευση λανθασμένη. Δείχνει όμως ότι, σε επίπεδο κλάδου, το ανθρώπινο κεφάλαιο πρέπει να αντιμετωπιστεί με την ίδια στρατηγική σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι επενδύσεις σε εγκαταστάσεις, ανακαινίσεις και τεχνολογία.

Γιατί εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Μπορούμε να επενδύουμε εκατομμύρια σε ένα καλύτερο δωμάτιο, σε μια νέα πισίνα, σε ενεργειακή αναβάθμιση ή σε ένα νέο πληροφοριακό σύστημα, αλλά όταν φτάνουμε στον άνθρωπο που θα παραδώσει τελικά την εμπειρία στον πελάτη, η συζήτηση καταλήγει συχνά στο πώς θα επιβιώσει μέχρι την επόμενη πρόσληψη. Ίσως αυτό από μόνο του εξηγεί ένα μέρος της δυσκολίας να πείσουμε τους νέους να δουν τον τουρισμό ως επάγγελμα και όχι ως προσωρινή στάση.

Το πρόβλημα μάλιστα δεν εξαφανίζεται επειδή οι κενές θέσεις μειώθηκαν. Οι 36.145 κενές θέσεις του 2025 είναι λιγότερες από τις περίπου 70.000 που καταγράφονταν προηγούμενα χρόνια, αλλά παραμένουν ένας τεράστιος αριθμός. Και μέρος της βελτίωσης συνδέεται πλέον με την αυξημένη αξιοποίηση εργαζομένων από τρίτες χώρες. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό εργαλείο για μια οικονομία που χρειάζεται εργατικό δυναμικό, αλλά δεν απαντά στο ερώτημα γιατί Έλληνες εργαζόμενοι, και ιδιαίτερα νέοι, δεν θεωρούν πλέον αυτονόητο ότι θα επιστρέψουν στον κλάδο.

Μήπως λοιπόν ψάχνουμε επί χρόνια ανθρώπους χωρίς να εξετάζουμε αρκετά γιατί τους χάσαμε; Μήπως συζητάμε υπερβολικά για το πόσες θέσεις μένουν κενές και λιγότερο για το πόσοι άνθρωποι αποφάσισαν συνειδητά ότι δεν θέλουν να επιστρέψουν; Και μήπως το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με περισσότερες προσλήψεις από το εξωτερικό ή περισσότερους μήνες επιδόματος, αλλά με ένα διαφορετικό επαγγελματικό συμβόλαιο;

Αυτό το συμβόλαιο δεν χρειάζεται να σημαίνει δωδεκάμηνη απασχόληση για όλους. Θα μπορούσε να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικές επιχειρήσεις: υψηλότερη εποχική αμοιβή ώστε ο εργαζόμενος να δημιουργεί επαρκέστερο ετήσιο εισόδημα, bonus επαναφοράς ή retention bonus για όσους επιστρέφουν, επέκταση της περιόδου πραγματικής απασχόλησης όπου υπάρχει δυνατότητα, ουσιαστική χειμερινή απασχόληση για συγκεκριμένες ειδικότητες, πραγματική και στοχευμένη κατάρτιση όπου αυτή έχει οικονομικό νόημα, καλύτερη στέγαση στους νησιωτικούς προορισμούς και δημόσια προγράμματα που επιδοτούν τη διατήρηση της εργασιακής σχέσης αντί αποκλειστικά την περίοδο ανεργίας.

Μπορεί ακόμη να χρειάζεται μεγαλύτερη διαφοροποίηση της πολιτικής ανάλογα με το μέγεθος της μονάδας. Δεν μπορεί μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση να αναλάβει τις ίδιες υποχρεώσεις με έναν μεγάλο ξενοδοχειακό όμιλο. Μια σοβαρή πολιτική προσωπικού οφείλει να το αναγνωρίζει. Θα μπορούσε λοιπόν η κρατική στήριξη να είναι εντονότερη στις μικρότερες μονάδες και πιο απαιτητική ως προς τη συμμετοχή μεγαλύτερων επιχειρήσεων στο κόστος διατήρησης προσωπικού. Το ζητούμενο δεν είναι να τιμωρηθεί η εποχικότητα. Είναι να μην κοινωνικοποιούμε αυτομάτως ολόκληρο το κόστος της.

Η παράταση του επιδόματος ανεργίας μπορεί επομένως να είναι μέρος της απάντησης. Για κάποιους εργαζομένους μπορεί να είναι απολύτως αναγκαία. Δεν μπορεί όμως να είναι η στρατηγική του κλάδου για το ανθρώπινο δυναμικό του. Γιατί το επίδομα μπορεί να κρατήσει έναν άνθρωπο οικονομικά όρθιο μέχρι την άνοιξη. Δεν μπορεί να του δημιουργήσει επαγγελματική ταυτότητα, προοπτική εξέλιξης και λόγο να επιστρέψει.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική διαπραγμάτευση που έχουμε μπροστά μας. Η πολιτεία θέλει να προστατεύσει τον εργαζόμενο χωρίς να δημιουργήσει μια μόνιμη και διαρκώς διευρυνόμενη επιδοματική υποχρέωση. Η επιχείρηση θέλει να διατηρήσει ανθρώπους που γνωρίζουν τη δουλειά και τον πελάτη χωρίς να αναλάβει ένα κόστος που δεν αντέχει στους μήνες χωρίς έσοδα. Και ο εργαζόμενος θέλει κάτι απολύτως λογικό: να μπορεί να χτίσει μια ζωή γύρω από το επάγγελμά του.

Αυτές οι τρεις ανάγκες δεν είναι ασύμβατες. Χρειάζονται όμως πραγματική διαπραγμάτευση και όχι την εύκολη μεταφορά του προβλήματος από τη μία πλευρά στην άλλη.

Το ερώτημα λοιπόν δεν πρέπει να είναι μόνο «τρεις ή πέντε μήνες επίδομα ανεργίας;». Είναι πολύ μικρό για το μέγεθος του προβλήματος. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν θέλουμε η εργασία στον ελληνικό τουρισμό να εξελιχθεί σε πραγματική επαγγελματική επιλογή ή να παραμείνει, για ένα μέρος του ανθρώπινου δυναμικού, ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα λίγων μηνών έντονης εργασίας και στη συνέχεια αναμονής μέχρι την επόμενη σεζόν.

Αν πραγματικά φοβόμαστε ότι «θα φύγουν και οι τελευταίοι που έμειναν», τότε ίσως πρέπει να ακούσουμε το μήνυμα πίσω από αυτή τη φράση.

Οι εργαζόμενοι δεν ζητούν μόνο να καλυφθούν οι μήνες που δεν εργάζονται. Ζητούν έναν λόγο να πιστέψουν ότι αξίζει να μείνουν.

Και αυτό είναι πολύ μεγαλύτερη πρόκληση από οποιαδήποτε παράταση ενός επιδόματος.

(*) Η Δρ. Λεμονιά Παπαδοπούλου – Κελίδου είναι Ειδική στις Διαπραγματεύσεις



No comments:

Post a Comment