Wednesday, August 19, 2026

Γαρουφαλάκης Τουρισμός Αφήστε τον ήσυχο


"Ομονοιάστρα"

Άρθρο του Κώστα Γαρουφαλάκη

Υπάρχει μια παράξενη ελληνική συνήθεια: όσο λιγότερα γνωρίζουμε για κάτι, τόσο μεγαλύτερη βεβαιότητα έχουμε όταν μιλάμε γι’ αυτό. Και αν υπάρχει ένας κλάδος που έχει υποφέρει περισσότερο από αυτή τη συλλογική μας αυτοπεποίθηση, αυτός είναι ο τουρισμός.

Στην Ελλάδα, όλοι ξέρουν από τουρισμό.

Ξέρει ο δημοσιογράφος που επισκέφθηκε ένα ξενοδοχείο για ένα Σαββατοκύριακο. Ξέρει ο πολιτικός που έκανε δύο περιοδείες τον Ιούλιο. Ξέρει ο αυτοδιοικητικός που βλέπει την παραλία από το γραφείο του. Ξέρει ο περιβαλλοντολόγος, ξέρει ο πολεοδόμος, ξέρει ο εργατολόγος, ξέρει ο οικονομολόγος, ξέρει ο influencer και, φυσικά, ξέρει καλύτερα απ’ όλους εκείνος που δεν έχει βρεθεί ποτέ στη ζωή του μπροστά σε έναν πελάτη που πλήρωσε 800 ευρώ τη βραδιά και περιμένει το αυτονόητο: να πάρει αυτό που του υποσχέθηκαν.

Κάπου λοιπόν χρειάζεται να ειπωθεί και το απλό:

Αφήστε τον τουρισμό ήσυχο.

Όχι επειδή δεν πρέπει να ελέγχεται. Όχι επειδή δεν υπάρχουν λάθη, υπερβολές, κακές επιχειρήσεις, περιβαλλοντικά προβλήματα ή εργασιακές στρεβλώσεις. Αλλά επειδή ο δημόσιος διάλογος γύρω από τον τουρισμό έχει χάσει κάθε μέτρο σοβαρότητας.

Τον έναν μήνα τα πρωτοσέλιδα πανηγυρίζουν: «Νέο ρεκόρ στον ελληνικό τουρισμό». Αφίξεις, εισπράξεις, πληρότητες, αεροπορικές θέσεις. Χάρτες με βελάκια, πίνακες, ποσοστά και θριαμβευτικές δηλώσεις.

Έρχεται ο επόμενος μήνας και τα ίδια μέσα ανακαλύπτουν την καταστροφή.

«Πτώση στις κρατήσεις».
«Ανησυχία στην αγορά».
«Οι τουρίστες γυρίζουν την πλάτη στην Ελλάδα».
«Σε κρίση ο τουρισμός».

Μπορεί μάλιστα τα δύο δημοσιεύματα να απέχουν δέκα ημέρες.

Και κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει ότι ο τουρισμός δεν είναι ποδοσφαιρικός αγώνας για να κοιτάμε το σκορ κάθε βράδυ. Είναι μια τεράστια, σύνθετη οικονομική δραστηριότητα με διαφορετικές αγορές, διαφορετικές περιοχές, διαφορετικές κατηγορίες ξενοδοχείων, διαφορετικές εποχικότητες και διαφορετικά περιθώρια κέρδους.

Μπορεί οι αφίξεις να ανεβαίνουν και τα κέρδη να πέφτουν. Μπορεί οι εισπράξεις να αυξάνονται και συγκεκριμένοι προορισμοί να υποφέρουν. Μπορεί τα αεροδρόμια να έχουν ρεκόρ επιβατών και κάποια ξενοδοχεία να έχουν χαμηλότερη πληρότητα. Όλα αυτά μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα.

Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες.

Και οι λεπτομέρειες χαλάνε τον τίτλο.

Ακόμη πιο κουραστική είναι η παρέλαση των «ειδικών».

Όταν χτίζεται ένα ξενοδοχείο, ξαφνικά όλοι γίνονται πολεοδόμοι. Γνωρίζουν συντελεστές δόμησης, αιγιαλούς, παραλίες, χρήσεις γης, αρχιτεκτονικές εγκρίσεις και περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις.

Όταν ανοίξει το ξενοδοχείο, οι ίδιοι μεταμορφώνονται σε περιβαλλοντολόγους. Αναλύουν την κατανάλωση νερού, τις πισίνες, τις φυτεύσεις, τις ακτές και την ενεργειακή κατανάλωση.

Λίγους μήνες αργότερα γίνονται εργατολόγοι. Γνωρίζουν πόσες ώρες εργάζεται ο σερβιτόρος, πόσα πρέπει να πληρώνεται ο μάγειρας, γιατί δεν βρίσκονται εργαζόμενοι και πώς πρέπει να λειτουργούν οι συλλογικές συμβάσεις.

Και μόλις τελειώσει η σεζόν, γίνονται οικονομικοί αναλυτές. Εξηγούν γιατί ο ξενοδόχος «θησαύρισε», συνήθως υπολογίζοντας ως κέρδος τον τζίρο και ξεχνώντας κάτι μικρές λεπτομέρειες όπως μισθοδοσίες, ενέργεια, προμήθειες, τόκους, αποσβέσεις, συντηρήσεις, επενδύσεις και φόρους.

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι ότι οι πολίτες έχουν άποψη.

Δημοκρατία έχουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι η άποψη παρουσιάζεται μονίμως ως γνώση.

Και ακόμη χειρότερα, πολλές φορές την ίδια επιπολαιότητα συναντά κανείς ακόμη και στους ανθρώπους που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν θεσμικά τον τουρισμό.

Ανοίγεις τηλεόραση τον Μάιο και ακούς εκπρόσωπο του κλάδου να προβλέπει «μια εξαιρετική σεζόν».

Τον Ιούλιο προειδοποιεί ότι «η αγορά έχει σοβαρές δυσκολίες».

Τον Οκτώβριο δηλώνει ότι «τελικά καταγράφηκε νέο ρεκόρ».

Και τον Νοέμβριο ζητά επειγόντως μέτρα στήριξης.

Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά ο άνθρωπος που πραγματικά επιχειρεί στον τουρισμό προσπαθεί απλώς να κάνει τη δουλειά του.

Να βρει προσωπικό.

Να πληρώσει αξιοπρεπείς μισθούς.

Να αντιμετωπίσει το ενεργειακό κόστος.

Να ανακαινίσει.

Να ανταγωνιστεί την Τουρκία, την Ισπανία, την Ιταλία, την Κροατία, την Αίγυπτο και δεκάδες άλλους προορισμούς.

Να πείσει μια αεροπορική εταιρεία να αυξήσει θέσεις.

Να διαχειριστεί έναν tour operator.

Να παρακολουθεί τις online πλατφόρμες.

Να ανταποκριθεί σε εκατοντάδες κανονιστικές απαιτήσεις.

Και πάνω απ’ όλα να κρατήσει ευχαριστημένο έναν πελάτη που έχει ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο και συγκρίνει την Κρήτη, τη Ρόδο ή τη Μύκονο όχι με το διπλανό νησί αλλά με το Ντουμπάι, τις Μαλδίβες, τη Μαγιόρκα και τη Γαλλική Ριβιέρα.

Αυτό είναι το πραγματικό γήπεδο του ελληνικού τουρισμού.

Όχι τα τηλεοπτικά πάνελ.

Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη ελληνική αντίφαση.

Θέλουμε τα έσοδα του τουρισμού αλλά συχνά ενοχλούμαστε από τον ίδιο τον τουρισμό.

Θέλουμε επενδύσεις αλλά όχι δίπλα μας.

Θέλουμε υψηλότερους μισθούς αλλά χαμηλότερες τιμές.

Θέλουμε ποιοτικότερους επισκέπτες αλλά καταγγέλλουμε την πολυτέλεια.

Θέλουμε μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα αλλά αντιδρούμε στις μεγάλες επενδύσεις που μπορούν να χρηματοδοτήσουν σύγχρονες υποδομές.

Θέλουμε τουρισμό δώδεκα μήνες τον χρόνο αλλά σε πολλές περιοχές τον χειμώνα είναι κλειστά ακόμη και τα μισά εστιατόρια.

Και πάνω από όλα θέλουμε ο τουρισμός να λύνει περίπου όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα τον αντιμετωπίζουμε συχνά περίπου σαν ένοχο που πρέπει μονίμως να απολογείται.

Η αλήθεια είναι πως ο τουρισμός είναι η όμορφη νύφη της ελληνικής οικονομίας.

Όλοι θέλουν να κοιμηθούν μαζί της.

Και όσοι δεν μπορούν, θέλουν τουλάχιστον να λένε ότι κοιμήθηκαν.

Γι’ αυτό και όλοι διεκδικούν ένα κομμάτι της επιτυχίας του. Πολιτικοί, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, οργανισμοί, σύμβουλοι, φορείς, επιμελητήρια, αναλυτές. Όταν τα πράγματα πάνε καλά, όλοι έχουν συμβάλει στο «τουριστικό θαύμα». Όταν κάτι πάει στραβά, φταίνε συνήθως οι επιχειρηματίες.

Δεν χρειάζεται, όμως, ο τουρισμός άλλους σωτήρες.

Χρειάζεται σοβαρό κράτος.

Χρειάζεται σταθερούς κανόνες.

Χρειάζεται υποδομές.

Χρειάζεται χωροταξικό σχεδιασμό που δεν αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει υπουργός.

Χρειάζεται νερό, ενέργεια, δρόμους, αεροδρόμια, λιμάνια και διαχείριση απορριμμάτων.

Χρειάζεται επαγγελματική εκπαίδευση.

Χρειάζεται εργαζομένους που να μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς από τη δουλειά τους.

Χρειάζεται επιχειρήσεις που να επενδύουν πραγματικά στο προϊόν τους και όχι να περιμένουν ότι ο ήλιος και η θάλασσα θα τους σώζουν για πάντα.

Και χρειάζεται, επιτέλους, λιγότερη φασαρία.

Ο ελληνικός τουρισμός δεν είναι ούτε το «θαύμα» που ανακαλύπτουμε κάθε Αύγουστο ούτε η «καταστροφή» που προαναγγέλλουμε κάθε φορά που εμφανίζεται μια πτώση 3% στις κρατήσεις μιας εβδομάδας.

Είναι μια βαριά βιομηχανία χωρίς καμινάδες, εξαιρετικά ανταγωνιστική, ευάλωτη και περίπλοκη.

Και ίσως η πιο χρήσιμη υπηρεσία που μπορούν να του προσφέρουν ορισμένοι είναι πολύ απλή:

Να σταματήσουν για λίγο να τον σώζουν.

Αφήστε τον τουρισμό ήσυχο..


Κώστας Γαρεφαλάκης


Δώσε γνώμη για το άρθρο. Παρατηρητήριο τουρισμός πολιτισμός 2035. Ομονοιάστρα.

Το άρθρο έχει δύναμη, εμπειρία και αρκετές αλήθειες που αξίζει να μπουν στο τραπέζι. Όμως, αν το διαβάσουμε ταυτόχρονα με τα μάτια του «Παρατηρητηρίου Τουρισμός–Πολιτισμός 2035» και της Ομονοιάστρας, δεν θα του δίναμε ένα απλό «συμφωνούμε». Θα βάζαμε δίπλα του ένα μεγάλο:

«Ναι, αλλά… ποιον ακριβώς θέλουμε να αφήσουμε ήσυχο;»

Η θέση του Παρατηρητηρίου

Το σημαντικότερο θετικό σημείο είναι η επίθεση στην επιφανειακή ανάγνωση των αριθμών. Αφίξεις, πληρότητες και εισπράξεις δεν είναι από μόνες τους μέτρο υγείας του τουρισμού. Το έχουμε ήδη συζητήσει: άλλο πληρότητα, άλλο τιμή, άλλο έσοδο και άλλο τελικό κέρδος. Ένα ξενοδοχείο μπορεί να είναι γεμάτο και να έχει προβληματική κερδοφορία· ένας προορισμός μπορεί να σπάει ρεκόρ αφίξεων και ταυτόχρονα να πιέζονται οι υποδομές και οι κάτοικοί του.

Επίσης σωστά το άρθρο υπενθυμίζει ότι ο επιχειρηματίας βρίσκεται μέσα σε έναν πραγματικό διεθνή ανταγωνισμό. Δεν ανταγωνίζεται πλέον το ξενοδοχείο της διπλανής παραλίας. Ανταγωνίζεται προορισμούς, αεροπορική συνδεσιμότητα, ψηφιακή φήμη, σχέση ποιότητας–τιμής και ολόκληρες τουριστικές εμπειρίες.

Εδώ όμως αρχίζει η διαφωνία του Παρατηρητηρίου.

Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον τουρισμό «ήσυχο». Πρέπει να τον αφήσουμε να δουλέψει, αλλά όχι ανεξέλεγκτα.

Ο τουρισμός δεν ανήκει μόνο στους ξενοδόχους. Το προϊόν του αποτελείται και από πράγματα που ανήκουν σε όλους: παραλίες, τοπίο, νερό, δρόμους, μνημεία, πόλεις, χωριά, πολιτισμό, ανθρώπινο δυναμικό και ποιότητα ζωής.

Επομένως ο περιβαλλοντολόγος πρέπει να μιλά για το νερό. Ο πολεοδόμος πρέπει να μιλά για τη δόμηση. Ο εργαζόμενος πρέπει να μιλά για τις συνθήκες εργασίας. Ο κάτοικος πρέπει να μιλά για το ενοίκιο, την κυκλοφορία και την καθημερινότητά του. Και ο ξενοδόχος πρέπει να ακούγεται όταν εξηγεί τι σημαίνει πραγματικό κόστος, επένδυση, ανταγωνισμός και λειτουργία μιας επιχείρησης.

Το ζητούμενο δεν είναι «μη μιλάτε».

Το ζητούμενο είναι:

«Μιλάτε με γνώση, στοιχεία και ευθύνη — και ακούστε και τον άλλον.»

Η Ομονοιάστρα θα ήταν λίγο πιο… άτακτη

Φαντάζομαι τη Νέα Μαφάλντα στο τραπέζι να διαβάζει τον τίτλο:

«Αφήστε τον τουρισμό ήσυχο»

και να απαντά:

— Ήσυχο; Σύμφωνοι. Μόνο να μην τον αφήσουμε μόνο του με την παραλία, το νερό, το τσιμέντο και το ταμείο!

Και εκεί βρίσκεται, νομίζω, ο πυρήνας της υπόθεσης.

Η Ομονοιάστρα δεν θέλει έναν τουρισμό υπό διαρκή κατηγορία. Αλλά ούτε έναν τουρισμό υπεράνω κριτικής.

Θέλει τον επιχειρηματία στο ίδιο τραπέζι με τον εργαζόμενο, τον κάτοικο, τον επιστήμονα, τον νέο, τον δήμο και το κράτος. Όχι για να αποφασίσουν ποιος «φταίει», αλλά ποιο μοντέλο θέλουμε το 2035.

Και εδώ θα διόρθωνα μία φράση του άρθρου. Ο χαρακτηρισμός «βαριά βιομηχανία χωρίς καμινάδες» είναι επικοινωνιακά δυνατός, αλλά σήμερα είναι ανεπαρκής. Ο τουρισμός είναι περισσότερο ένα οικοσύστημα υπηρεσιών, πολιτισμού, περιβάλλοντος, μεταφορών, παραγωγής και ανθρώπων. Αν αποδυναμωθεί ένας από αυτούς τους κρίκους, αργά ή γρήγορα υποβαθμίζεται και το ξενοδοχειακό προϊόν.

Η θέση που θα κρατούσα για το «Τουρισμός–Πολιτισμός 2035»

Θα άλλαζα λοιπόν ελαφρά το σύνθημα:

Μην αφήσετε τον τουρισμό ήσυχο.
Αφήστε τον να δουλέψει σοβαρά.

Λιγότερη τηλεοπτική φασαρία.
Περισσότερα πραγματικά δεδομένα.
Λιγότεροι αυτόκλητοι σωτήρες.
Περισσότεροι επαγγελματίες και επιστήμονες στο ίδιο τραπέζι.
Λιγότερη τουριστική μονοκαλλιέργεια.
Περισσότερη σύνδεση με πολιτισμό, πρωτογενή παραγωγή και τοπική κοινωνία.

Γιατί επιτυχημένος τουρισμός το 2035 δεν θα είναι αυτός που έφερε τους περισσότερους ανθρώπους στην Ελλάδα. Θα είναι αυτός που άφησε περισσότερη αξία στην Ελλάδα χωρίς να καταναλώσει την Ελλάδα για να την παράγει.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ κοντά στη φιλοσοφία που χτίζουμε για το Παρατηρητήριο Τουρισμός–Πολιτισμός 2035 και ταυτόχρονα απολύτως «Ομονοιάστρα»: δεν καταδικάζουμε τον τουρισμό, δεν τον θεοποιούμε — τον συζητάμε, τον μετράμε και προσπαθούμε να τον κάνουμε καλύτερο.


Ομονοιάστρα 

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ 2035 🇬🇷

«Αφήστε τον τουρισμό ήσυχο;»
Όχι ακριβώς. Αφήστε τον να δουλέψει σοβαρά.

Ο ελληνικός τουρισμός δεν χρειάζεται ούτε καθημερινούς πανηγυρισμούς ούτε καταστροφολογία. Χρειάζεται γνώση, στοιχεία, σταθερούς κανόνες, υποδομές, αξιοπρεπείς εργαζομένους, υπεύθυνες επιχειρήσεις και σεβασμό στον τόπο και στους κατοίκους του.

Δεν μετράμε μόνο αφίξεις και πληρότητες. Μετράμε τι μένει τελικά στην οικονομία, στην κοινωνία και στον τόπο.

Η Ομονοιάστρα προσθέτει:
«Λιγότεροι αυτόκλητοι σωτήρες, περισσότερη γνώση, περισσότερη συνεργασία!»

Και το Παρατηρητήριο κοιτάζει ήδη προς το 2035:
Τουρισμός που δεν καταναλώνει την Ελλάδα, αλλά δημιουργεί αξία για την Ελλάδα.

#Τουρισμός2035 #Πολιτισμός2035 #ΠαρατηρητήριοΤουρισμού #Ομονοιάστρα #ΕλληνικόςΤουρισμός #ΒιώσιμοςΤουρισμός #ΠοιοτικόςΤουρισμός #ΤουριστικήΑνάπτυξη #Εργασία #Περιβάλλον #Πολιτισμός #ΤοπικήΚοινωνία #Ελλάδα2035 #ΛιγότερηΦασαρία #ΠερισσότερηΓνώση

No comments:

Post a Comment