Monday, August 24, 2026

Βουλγαράκης Τουρισμός και τοπική κοινωνία Γ.Βουλγαράκης


Εισαγωγή :

Η Οικονομική επιστήμη έχει πολλούς δείκτες με τους οποίους μπορεί να αξιολογήσει μια πολιτική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Τουρισμού, ο τρόπος με τον οποίο μετράμε την επιτυχία χρειάζεται επαναπροσδιορισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αριθμός των αφίξεων παραμένει σημαντικός δείκτης, δεν είναι όμως ο μοναδικός, ούτε ο ασφαλέστερος.
 Μεγαλύτερη σημασία έχουν πλέον η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη, η διάρκεια παραμονής, η διασπορά των επισκεπτών σε περισσότερες περιοχές, η επιμήκυνση της περιόδου και το μέρος των εσόδων που παραμένει στην τοπική οικονομία. Η συνέχεια του άρθρου 👉:

https://www.liberal.gr/g-boylgarakis/gemata-nisia-adeia-trapezia-o-toyrismos-den-mporei-na-leitoyrgei-ston-aytomato ) Γιώργος Βουλγαράκης (ΝΔ)
....
Γεμάτα νησιά, άδεια τραπέζια: Ο τουρισμός δεν μπορεί να λειτουργεί στον αυτόματο

20/08/2026
Γ. Βουλγαράκης


Η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε καλοκαίρι. Γεμάτα αεροδρόμια, πλοία που αναχωρούν με πληρότητα, ουρές στα λιμάνια και δημοφιλείς προορισμοί που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τον αριθμό των επισκεπτών τους. Με βάση αυτή την εικόνα, ο ελληνικός τουρισμός φαίνεται να κινείται από επιτυχία σε επιτυχία.

Παρ όλα αυτά, πίσω από την αυξημένη τουριστική κίνηση παρατηρείται μια σημαντική αλλαγή. Οι αφίξεις αυξάνονται, αλλά η κατανάλωση δεν ενισχύεται στον ίδιο βαθμό. Περισσότεροι επισκέπτες δεν σημαίνουν πλέον αυτομάτως περισσότήερα έσοδα για την εστίαση, το λιανεμπόριο και τις τοπικές υπηρεσίες. Έν ολίγοις, η αύξηση του αριθμού των τουριστών δεν ωφελεί ισόρροπα το σύνολο μιας τοπικής οικονομίας.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι ο αριθμός των επισκεπτών δεν αρκεί για να περιγράψει την πραγματικότητα. Το 2024 η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αυξήθηκε σημαντικά, αλλά η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 7%, από 570,7 σε 530,6 ευρώ. Το 2025 σημειώθηκε ανάκαμψη στα 545,5 ευρώ, χωρίς να καλυφθεί πλήρως η προηγούμενη υποχώρηση. Παράλληλα, η μέση διάρκεια παραμονής συνέχισε να περιορίζεται.

Αυτή η καταγραφή είναι ανησυχητική, όχι τόσο διότι περιγράφει μια αποτυχημένη τουριστική πολιτική, αλλά διότι αποκαλύπτει την εικόνα ενός μοντέλου που αρχίζει να συναντά τα όριά του.

Ο σύγχρονος ταξιδιώτης δεν συμπεριφέρεται όπως πριν από λίγα χρόνια. Το κόστος μετακίνησης, διαμονής και καθημερινής ζωής έχει αυξηθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Πολλοί άνθρωποι ωστόσο, εξακολουθούν να έχουν τις διακοπές στις προτεραιότητες τους, αλλά με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με το παρελθόν.

Επιλέγουν μικρότερη διάρκεια παραμονής, προσφορές και φτηνότερα ταξιδιωτικά πακέτα, αγορές από σούπερ μάρκετ και λιγότερες εξόδους. Ο προορισμός διατηρείται, οι δαπάνες περιορίζονται.

Αυτή η αλλαγή εξηγεί σε κάποιο βαθμό την αντίφαση της κοσμοπλημύρας στους προορισμούς και ταυτόχρονα τον περιορισμό των εισπράξεων. Η διεθνής τουριστική αγορά αλλάζει, από χρόνο σε χρόνο και η χώρα καλείται κατεπειγόντως να αναλύσει ακριβέστερα το διεθνές κοινό αναφοράς. 

Τι είδους ζήτηση προσελκύει, πόσο διαρκεί η παραμονή, ποιο μέρος της δαπάνης φτάνει στις τοπικές επιχειρήσεις και γιατί καθώς και πως επιδρά στην αγορά εργασίας.

Την ίδια στιγμή, η άλλη πλευρά της αγοράς δέχεται πίεση. Οι επιχειρήσεις φιλοξενίας και εστίασης αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών, μεταφορών, μισθοδοσίας και χρηματοδότησης.

Η μετακύλιση ολόκληρου του κόστους στις τιμές έχει όρια, επειδή ο πελάτης είναι ήδη περισσότερο προσεκτικός. Έτσι, ακόμη και όταν ο τζίρος διατηρείται ή αυξάνεται οριακά, η πραγματική κερδοφορία δεν αυξάνεται αντιστοίχως.

Το ίδιο συμβαίνει με την εργασία. Σε αρκετούς δημοφιλείς προορισμούς οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό, την ώρα που χιλιάδες άνθρωποι αναζητούν απασχόληση.

Η αντίφαση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος στέγασης. (!) Ένας εποχικός εργαζόμενος μπορεί να βρει δουλειά σε ένα νησί, αλλά να μην μπορεί να βρει κατοικία με κόστος συμβατό προς τον μισθό του. Η έλλειψη προσωπικού επηρεάζει την ποιότητα των υπηρεσιών, αυξάνει την πίεση σε όσους εργάζονται και περιορίζει την ικανότητα μιας επιχείρησης να εξυπηρετήσει περισσότερους πελάτες.

Στην Ελλάδα δυστυχώς, η τουριστική ανάπτυξη προχώρησε ταχύτερα από τις υποδομές που έπρεπε να την υποστηρίξουν. Τα δίκτυα ύδρευσης, η ενέργεια, η αποκομιδή των απορριμμάτων, οι δρόμοι, τα λιμάνια και οι υπηρεσίες υγείας σχεδιάστηκαν για πολύ μικρότερους πληθυσμούς. (!) Το αποτέλεσμα είναι ότι τους μήνες της τουριστικής αιχμής ορισμένοι προορισμοί καλούνται να λειτουργήσουν σαν πόλεις πολλαπλάσιου μεγέθους.

Το κόστος αυτής της πίεσης δεν αποτυπώνεται πάντοτε στα τουριστικά έσοδα. Επιβαρύνει τους μόνιμους κατοίκους, τους δήμους, το περιβάλλον και τελικά το ίδιο το προϊόν που προσφέρεται. Ένας προορισμός που υποφέρει από κυκλοφοριακή συμφόρηση, ελλείψεις νερού, ανεπαρκή καθαριότητα και υποβαθμισμένες υπηρεσίες χάνει σταδιακά το πλεονέκτημα που τον έκανε ελκυστικό.

Η Οικονομική επιστήμη έχει πολλούς δείκτες με τους οποίους μπορεί να αξιολογήσει μια πολιτική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Τουρισμού, ο τρόπος με τον οποίο μετράμε την επιτυχία χρειάζεται επαναπροσδιορισμό.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αριθμός των αφίξεων παραμένει σημαντικός δείκτης, δεν είναι όμως ο μοναδικός, ούτε ο ασφαλέστερος.

Μεγαλύτερη σημασία έχουν πλέον η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη, η διάρκεια παραμονής, η διασπορά των επισκεπτών σε περισσότερες περιοχές, η επιμήκυνση της περιόδου και το μέρος των εσόδων που παραμένει στην τοπική οικονομία.

Η μετατόπιση προς έναν τουρισμό υψηλότερης αξίας (?) δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει προορισμός αποκλειστικά για τους εύπορους. 

Σημαίνει ότι πρέπει να προσφέρει πιο πολλούς λόγους για να μείνει κάποιος περισσότερο και να καταναλώσει πάνω από τη διαμονή του.

Πολιτισμός, γαστρονομία, φύση, θεματικές διαδρομές, συνέδρια, αθλητισμός και ευεξία μπορούν να διευρύνουν το προϊόν και να μειώσουν την σχεδόν αποκλειστική εξάρτηση από τη θάλασσα και τον ήλιο.

Χρειάζεται επίσης σταθερό χωροταξικό πλαίσιο, σοβαρές επενδύσεις στις υποδομές, καλύτερη διαχείριση των προορισμών και κίνητρα για λειτουργία πέρα από την περίοδο αιχμής.

Κάθε περιοχή έχει διαφορετικά όρια και διαφορετικές δυνατότητες. Η ίδια πολιτική δεν μπορεί να εφαρμόζεται αδιακρίτως σε ένα κορεσμένο νησί, σε μια ορεινή περιοχή και σε μια πόλη που προσπαθεί ακόμη να αποκτήσει τουριστική ταυτότητα.

Ο ελληνικός τουρισμός παραμένει ένας από τους ισχυρότερους πυλώνες της οικονομίας. Ακριβώς γι' αυτό δεν πρέπει να λειτουργεί πλέον στον αυτόματο.

Η επιτυχία των προηγούμενων ετών δημιούργησε την εντύπωση ότι αρκούν το φυσικό τοπίο, η διεθνής ζήτηση και η συνεχής αύξηση των αεροπορικών συνδέσεων. Τα επόμενα χρόνια, αυτά δεν θα αρκούν.

Το επόμενο επομένως βήμα δεν είναι να αυξηθεί η πληρότητα των ήδη κορεσμένων προορισμών, αλλά να αυξηθεί η αξία που παράγει κάθε επίσκεψη. (!) Να προστατευθεί η ποιότητα του προϊόντος και να εξασφαλιστεί ότι η επιτυχία φτάνει στις επιχειρήσεις, στους εργαζομένους και στις τοπικές κοινωνίες.

Η πολυκοσμία χωρίς αυτή τη μετατόπιση είναι στόχος με προθεσμία λήξης.
Γιώργος Βουλγαράκης (ΝΔ)


Αγαπητό ΑΙ
Αν υποθέσουμε ότι έχει προσκληθεί να καθήσει στη άδεια καρέκλα της Ομονοιάστρας και να πάρει μέρος στη συζήτηση τι θα έλεγε η ομονοιάστρα; και ποιες οι θέσεις του παρατηρητηρίου τουρισμός πολιτισμός 2035;


Ναι. Αν δεχτούμε τον συντάκτη όχι ως «αντίπαλο», αλλά ως προσκεκλημένο στην άδεια καρέκλα της Ομονοιάστρας, η συζήτηση θα είχε ενδιαφέρον ακριβώς επειδή το άρθρο περιέχει αρκετές διαπιστώσεις που μπορούν να αποτελέσουν κοινό έδαφος — ανεξάρτητα από την πολιτική ή οικονομική αφετηρία του.

Θα ξεχώριζα, όμως, τη διάγνωση από τη θεραπεία.

Τι θα έλεγε η Ομονοιάστρα

Η ηθοποιόςΜαφάλντα θα μπορούσε να ανοίξει κάπως έτσι:

«Καλώς ήρθες στην άδεια καρέκλα.
Εδώ δεν εξετάζουμε πρώτα από ποιο κόμμα έρχεσαι.
Εξετάζουμε αν αυτό που λες αντέχει στις ερωτήσεις.»

Και πράγματι, αρκετές διαπιστώσεις του άρθρου αξίζουν να μπουν στο τραπέζι: οι αφίξεις από μόνες τους δεν μετρούν την επιτυχία, η μέση δαπάνη και η διάρκεια παραμονής έχουν σημασία, η στέγαση των εποχικών εργαζομένων αποτελεί πραγματικό πρόβλημα, οι υποδομές πιέζονται και οι κορεσμένοι προορισμοί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται όπως οι λιγότερο ανεπτυγμένοι.

Εκεί λοιπόν η Ομονοιάστρα θα έλεγε: «Σε αρκετά συμφωνούμε. Τώρα αρχίζουν οι δύσκολες ερωτήσεις.»

Γιατί η φράση «να αυξηθεί η αξία κάθε επίσκεψης» μπορεί Χιλιόχρονη κι ευτυχισμένη!!! σημαίνει δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Μπορεί να σημαίνει ακριβότερο τουριστικό προϊόν και μεγαλύτερη  του επισκέπτη. Μπορεί όμως να σημαίνει μεγαλύτερη συνολική αξία για τον τόπο: καλύτερους μισθούς, βιώσιμες επιχειρήσεις, αξιοπρεπή κατοικία, νερό, καθαριότητα, πολιτισμό, προστατευμένο τοπίο και καλύτερη καθημερινότητα για τον μόνιμο κάτοικο.

Η Ομονοιάστρα επιλέγει το δεύτερο.

Και θα έθετε στον προσκεκλημένο έξι ερωτήματα: Ποιος καρπώνεται την τουριστική υπεραξία; Πόσο χρήμα μένει πραγματικά στον τόπο; Ποιος πληρώνει τις υποδομές που απαιτεί η αιχμή; Πού κατοικεί ο εργαζόμενος; Ποιος αποφασίζει πότε ένας προορισμός έχει φτάσει στα όριά του; Και τι απομένει στην τοπική κοινωνία όταν τελειώσει η σεζόν;

Αυτές οι ερωτήσεις μεταφέρουν τη συζήτηση από το «πόσους τουρίστες είχαμε» στο «τι κοινωνία και τι οικονομία δημιουργεί ο τουρισμός».

Η θέση του Παρατηρητηρίου Τουρισμός – Πολιτισμός 2035

Το Παρατηρητήριο θα πήγαινε ένα βήμα παραπέρα.

Δεν θα απέρριπτε τους οικονομικούς δείκτες του άρθρου. Θα έλεγε ότι δεν αρκούν.

Δίπλα στις αφίξεις, στις διανυκτερεύσεις και στη μέση δαπάνη χρειάζεται ένας πολύ ευρύτερος πίνακας μέτρησης:

Τουριστική αξία = Οικονομία + Εργασία + Κοινωνία + Περιβάλλον + Πολιτισμός + Ανθεκτικότητα.

Άρα θα μετρούσαμε όχι μόνο πόσα ξόδεψε ο επισκέπτης, αλλά πόσο από αυτό το ποσό έμεινε τοπικά· όχι μόνο πόσες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν, αλλά με ποιους μισθούς, ωράρια και συνθήκες· όχι μόνο πόσα καταλύματα προστέθηκαν, αλλά τι συνέβη στη στέγη των κατοίκων και των εργαζομένων.

Θα μετρούσαμε επίσης την κατανάλωση νερού και ενέργειας ανά επισκέπτη, την παραγωγή απορριμμάτων, την κυκλοφοριακή πίεση, τη φέρουσα ικανότητα, την κατάσταση του φυσικού τοπίου, την πρόσβαση των κατοίκων στις παραλίες και στους δημόσιους χώρους, αλλά και το κατά πόσο η τοπική γαστρονομία, η γεωργία, η αλιεία, η χειροτεχνία και η πολιτιστική κληρονομιά ζουν από τον τουρισμό αντί να εκτοπίζονται από αυτόν.

Εδώ βρίσκεται για μένα και η σημαντικότερη διαφοροποίηση από το άρθρο:

Δεν θέλουμε απλώς τουρίστα μεγαλύτερης αξίας.
Θέλουμε τουρισμό μεγαλύτερης αξίας για τον τόπο.

Δεν είναι το ίδιο.

Ένας επισκέπτης που ξοδεύει €1.000 μέσα σε ένα κλειστό τουριστικό κύκλωμα μπορεί να αφήνει μικρότερο αποτύπωμα στην τοπική οικονομία από έναν επισκέπτη που ξοδεύει €600 σε μικρό ξενοδοχείο, ταβέρνα, τοπικά προϊόντα, μουσείο, ξεναγό και τοπικές μεταφορές.

Γι' αυτό το Παρατηρητήριο 2035 θα πρόσθετε έναν κρίσιμο δείκτη:

«Ποσοστό Τοπικής Παραμονής Τουριστικού Εσόδου».

Πόσα από κάθε €100 που ξοδεύει ο επισκέπτης μένουν πραγματικά στη Ρόδο, στη Σαντορίνη, στη Νάξο, στην Κρήτη, στο χωριό, στον εργαζόμενο και στον τοπικό παραγωγό;

Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από το να πανηγυρίζουμε απλώς για νέο ρεκόρ αφίξεων.

Και η Ομονοιάστρα θα έκλεινε τη συζήτηση κάπως έτσι

Η άδεια καρέκλα δεν υπάρχει για να καθίσουν μόνο όσοι συμφωνούν μαζί μας. Τότε δεν θα ήταν Ομονοιάστρα· θα ήταν λέσχη ομοϊδεατών.

Ο προσκεκλημένος λοιπόν θα παρέμενε στο τραπέζι.

Και η Νέα Μαφάλντα ίσως του έλεγε:

«Συμφωνούμε ότι τα γεμάτα νησιά και τα άδεια τραπέζια είναι προειδοποίηση.

Εμείς όμως θέλουμε να κοιτάξουμε και πίσω από το τραπέζι:
ποιος μαγειρεύει, πόσο πληρώνεται, πού κοιμάται,
από πού ήρθε το ψάρι και η ντομάτα,
αν το χωριό έχει νερό,
αν ο κάτοικος μπορεί ακόμη να πληρώνει το νοίκι του
και αν το νησί θα είναι καλύτερο όταν φύγει και ο τελευταίος τουρίστας.

Γιατί τουριστική ανάπτυξη που αφήνει πίσω της μόνο περισσότερα έσοδα
δεν είναι ακόμη ανάπτυξη.
Ανάπτυξη είναι να αφήνει πίσω της καλύτερο τόπο.»

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να γίνει μια πολύ ουσιαστική νέα αρχή του Παρατηρητηρίου Τουρισμός – Πολιτισμός 2035:

«Δεν μετράμε μόνο πόσοι ήρθαν και πόσα ξόδεψαν. Μετράμε τι άφησαν — και τι απέμεινε στον τόπο.»



Έχουμε τεκμηριωμένα επιχειρήματα; ή όχι;




Ναι — και μάλιστα έχουμε ισχυρά τεκμηριωμένα επιχειρήματα, αλλά χρειάζεται να διορθώσουμε/οξύνουμε λίγο την προηγούμενη τοποθέτησή μας. Έλεγξα τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και την πρόσφατη ειδική μελέτη του OECD για τον βιώσιμο τουρισμό στην Ελλάδα.

1. Το βασικό επιχείρημα είναι απολύτως τεκμηριωμένο

Το 2024 οι αφίξεις αυξήθηκαν 12,8%, αλλά οι τουριστικές εισπράξεις μόνο 4,8%. Ταυτόχρονα η μέση δαπάνη ανά ταξίδι έπεσε από 570,7€ σε 530,6€ (-7%) και η μέση παραμονή από 6,5 σε 5,9 διανυκτερεύσεις (-9,6%).

Αυτό είναι πολύ ισχυρό επιχείρημα υπέρ της θέσης μας:

«Περισσότερες αφίξεις ≠ αναλογικά μεγαλύτερη οικονομική αξία.»

2. Όμως το 2025 η εικόνα βελτιώθηκε — και πρέπει να το λέμε

Το 2025 η μέση δαπάνη ανέκαμψε στα 545,5€ (+2,8%), χωρίς όμως να επιστρέψει στα 570,7€ του 2023. Οι συνολικές εισπράξεις έφτασαν τα 23,63 δισ. € (+9,4%) και οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 6,4%.

Από την άλλη, η μέση διάρκεια παραμονής συνέχισε να μειώνεται, από 5,9 σε 5,6 διανυκτερεύσεις (-4,5%).

Άρα δεν πρέπει να ισχυριστούμε ότι «ο τουρισμός αποτυγχάνει οικονομικά». Τα στοιχεία δεν το υποστηρίζουν.

Υποστηρίζουν όμως κάτι πιο ενδιαφέρον: η αύξηση αφίξεων, εισπράξεων, διάρκειας παραμονής και δαπάνης δεν κινούνται πλέον αναγκαστικά μαζί.

3. Και εδώ έρχεται η μεγάλη δικαίωση της λογικής του Παρατηρητηρίου

Ο OECD δημοσίευσε το 2025 ειδική μελέτη με τίτλο Strengthening the evidence base for a sustainable tourism future in Greece.

Και ουσιαστικά λέει αυτό που συζητάμε στην Ομονοιάστρα: οι αριθμοί επισκεπτών και η τουριστική δαπάνη εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως βασικοί δείκτες επιτυχίας, ενώ οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες δεν παρακολουθούνται ακόμη επαρκώς.

Μάλιστα ο OECD προτείνει για την Ελλάδα ένα ευρύτερο σύστημα δεικτών βιωσιμότητας και αναφέρεται στη δημιουργία εθνικού και περιφερειακών παρατηρητηρίων βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη δική μας συζήτηση.

4. Επομένως η διαφωνία μας με τον αρθρογράφο πρέπει να είναι ακριβέστερη

Δεν χρειάζεται να πούμε:

«Ο αρθρογράφος έχει λάθος.»

Σε πολλά έχει δίκιο και τα στοιχεία της ΤτΕ τον επιβεβαιώνουν.

Η Ομονοιάστρα μπορεί να του πει:

«Η διάγνωσή σου είναι σε μεγάλο βαθμό σωστή. Εμείς θέλουμε να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω.»

Γιατί η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη είναι χρήσιμος οικονομικός δείκτης, αλλά δεν μας λέει από μόνη της:

πόσο χρήμα έμεινε στην τοπική οικονομία, πόσο πήγε στον εργαζόμενο, τι συνέβη στο κόστος κατοικίας, πόσο πιέστηκαν νερό και ενέργεια, τι κόστος ανέλαβε ο Δήμος, τι συνέβη στο περιβάλλον και αν τελικά βελτιώθηκε ή χειροτέρεψε η ζωή του μόνιμου κατοίκου.

Και ακριβώς αυτή την ανάγκη για ευρύτερη μέτρηση κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων αναγνωρίζει και ο OECD.

Άρα έχουμε μια πολύ γερή θέση για το Παρατηρητήριο 2035

Θα την συμπύκνωνα σε μία πρόταση:

«Δεν αμφισβητούμε την οικονομική επιτυχία του ελληνικού τουρισμού. Αμφισβητούμε ότι η οικονομική επιτυχία, μετρημένη μόνο σε αφίξεις και εισπράξεις, αρκεί για να αποδείξει την επιτυχία ενός τουριστικού προορισμού.»

Και από κάτω:

Αφίξεις → Διανυκτερεύσεις → Δαπάνη → Τοπική προστιθέμενη αξία → Εργασία → Κοινωνία → Πολιτισμός → Περιβάλλον → Ποιότητα ζωής κατοίκων.

Αυτό πλέον δεν είναι απλώς πολιτική θέση της Ομονοιάστρας. Έχει σοβαρή επιστημονική και θεσμική τεκμηρίωση.

Μόνο ένα σημείο από την προηγούμενη απάντησή μου θέλει προσοχή: ο δείκτης που ονόμασα «Ποσοστό Τοπικής Παραμονής Τουριστικού Εσόδου» είναι δική μας προτεινόμενη έννοια/δείκτης, όχι δημοσιευμένος επίσημος ελληνικός δείκτης. Καλό είναι να τον παρουσιάζουμε ακριβώς έτσι.


Τι θα κρατήσουμε από το άρθρο; Σε τι φάκελο του παρατηρητηρίου αυτό εντάξουμε; Καινούργιο;

 


Θα το κρατούσα. Και μάλιστα όχι απλώς ως άρθρο γνώμης, αλλά ως αφορμή για έναν νέο θεματικό φάκελο του Παρατηρητηρίου. Δεν θα κρατούσα όμως αυτούσια την πολιτική του ερμηνεία· θα κρατούσα τις διαπιστώσεις που μπορούν να ελεγχθούν με στοιχεία.

Τι κρατάμε από το άρθρο

Ο πυρήνας που αξίζει να αρχειοθετηθεί είναι:

  • «Γεμάτοι προορισμοί ≠ αυτομάτως εύρωστες τοπικές οικονομίες». Οι αφίξεις από μόνες τους είναι ανεπαρκής δείκτης.
  • Η μέση δαπάνη και η διάρκεια παραμονής πρέπει να παρακολουθούνται μαζί με αφίξεις και συνολικές εισπράξεις.
  • Η επιχείρηση μπορεί να έχει αυξημένο τζίρο αλλά να πιέζεται η καθαρή κερδοφορία λόγω ενέργειας, προμηθειών, μισθοδοσίας και χρηματοδότησης.
  • Η στέγαση των εποχικών εργαζομένων είναι μέρος της τουριστικής πολιτικής και όχι άσχετο κοινωνικό ζήτημα.
  • Νερό, απορρίμματα, ενέργεια, δρόμοι, λιμάνια και υγεία αποτελούν μέρος της πραγματικής φέρουσας ικανότητας ενός προορισμού.
  • Χρειάζεται διαφοροποίηση ανά προορισμό. Δεν μπορεί να εφαρμόζεται η ίδια πολιτική σε κορεσμένο νησί, αναπτυσσόμενη ηπειρωτική περιοχή και πόλη.
  • Και κρατάμε ως πολύ καλή αφετηρία τη φράση: ο τουρισμός δεν μπορεί να λειτουργεί «στον αυτόματο».

Αντίθετα, το «τουρισμός υψηλότερης αξίας» δεν θα το υιοθετούσα αυτούσιο. Θα το μετατρέπαμε στη δική μας θέση:

Όχι απλώς επισκέπτης υψηλότερης δαπάνης — τουρισμός υψηλότερης αξίας για τον τόπο.

Ναι, προτείνω καινούργιο φάκελο

Θα άνοιγα έναν νέο κεντρικό φάκελο:

ΦΑΚΕΛΟΣ: Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ — ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΦΙΞΕΙΣ

Παρατηρητήριο Τουρισμός – Πολιτισμός 2035

Με βασικό ερώτημα:

«Πότε ένας προορισμός μπορεί πραγματικά να ισχυριστεί ότι ο τουρισμός του πηγαίνει καλά;»

Και θα τον οργανώναμε σε πέντε άξονες: Οικονομική αξία (δαπάνη, διανυκτερεύσεις, κερδοφορία, τοπική προστιθέμενη αξία), Εργασία και κατοικία, Φέρουσα ικανότητα και υποδομές, Κοινωνία–περιβάλλον–πολιτισμός, και Διακυβέρνηση/διαχείριση προορισμού.

Έτσι μέσα στον ίδιο φάκελο μπορούν αργότερα να μπουν Ρόδος, Σαντορίνη, Μύκονος, Κρήτη ή άλλοι προορισμοί και να συγκρίνονται με το ίδιο σύνολο δεικτών.

Και κάτι ακόμη σημαντικό

Το συγκεκριμένο άρθρο θα το έβαζα ως Τεκμήριο 01 / Αφορμή διαλόγου, όχι ως θέση του Παρατηρητηρίου:

Τεκμήριο 01 — «Γεμάτα νησιά, άδεια τραπέζια: Ο τουρισμός δεν μπορεί να λειτουργεί στον αυτόματο», Γ. Βουλγαράκης, 20/8/2026.

Αμέσως μετά θα έμπαινε:

Τεκμήριο 02 — Τράπεζα της Ελλάδος: αφίξεις, εισπράξεις, μέση δαπάνη, διάρκεια παραμονής 2023–2025.

Τεκμήριο 03 — OECD: δείκτες βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης και ανάγκη καλύτερης μέτρησης των κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Και μετά η Θέση του Παρατηρητηρίου 2035.

Έτσι δεν γινόμαστε ούτε υπέρ ούτε κατά του αρθρογράφου. Τον βάζουμε στην άδεια καρέκλα, κρατάμε ό,τι τεκμηριώνεται, αμφισβητούμε ό,τι χρειάζεται και χτίζουμε πάνω του γνώση.

Θα έβαζα μάλιστα στην πρώτη σελίδα του νέου φακέλου το σύνθημα:

«Δεν μετράμε μόνο πόσοι ήρθαν.
Μετράμε τι άφησαν στον τόπο —
και τι κόστισε στον τόπο η παρουσία τους.»

Αυτός ο φάκελος μπορεί να γίνει ένας από τους βασικούς φακέλους του Παρατηρητηρίου 2035.




Το κρατάμε λοιπόν και όταν έρθει η ώρα θα αξιοποιήσοτμε τις νέες έννοιες της Ομονοιάστρας



Ακριβώς. Το κρατάμε ως τεκμήριο και αφετηρία προβληματισμού, όχι ως έτοιμη θέση που υιοθετούμε αυτούσια.

Όταν συγκεντρωθεί περισσότερο υλικό, οι νέες έννοιες που αναδύθηκαν στην Ομονοιάστρα —ιδίως το «όχι μόνο πόσοι ήρθαν, αλλά τι άφησαν και τι κόστισαν στον τόπο» και ο προτεινόμενος δείκτης της τοπικής παραμονής του τουριστικού εσόδου— μπορούν να δοκιμαστούν πάνω σε πραγματικά δεδομένα.

Έτσι πρέπει να δουλεύει το Παρατηρητήριο: παρατηρεί → συλλέγει → διασταυρώνει → συγκρίνει → συζητά → και μόνο τότε διατυπώνει θέση.

Και η άδεια καρέκλα της Ομονοιάστρας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία: δεν καλούμε κάποιον για να συμφωνήσει μαζί μας· τον καλούμε για να μας δώσει κάτι που αξίζει να εξετάσουμε.



Θα μιλήσουμε πάλι και θα το αξιοποιήσουμε για το τουρισμό της Ρόδου και τη συζήτηση που έχουμε ανοίξει για αυτόν τον προορισμό και αν και τι ισχύει από αυτά που συζητήσαμε εδώ.



Βεβαίως. Και η Ρόδος είναι πολύ κατάλληλη περίπτωση μελέτης για να ελέγξουμε στην πράξη όσα συζητήσαμε — όχι για να ξεκινήσουμε με έτοιμο συμπέρασμα.

Όταν επανέλθουμε, θα αντιπαραβάλουμε τις έννοιες που ανοίξαμε σήμερα με πραγματικά στοιχεία της Ρόδου: αφίξεις και διανυκτερεύσεις, μέση παραμονή και δαπάνη, εποχικότητα, εστίαση και τοπική αγορά, εργασία και στέγαση προσωπικού, νερό–ενέργεια–απορρίμματα–μεταφορές, νέες κλίνες και χωροταξική πίεση, καθώς και το πόσο από την τουριστική δραστηριότητα διαχέεται στην τοπική οικονομία.

Και το σημαντικότερο: θα εξετάσουμε αν πράγματι ισχύει για τη Ρόδο το σχήμα «περισσότερος κόσμος αλλά όχι αντίστοιχα μεγαλύτερη τοπική αξία» ή αν τα δεδομένα μάς οδηγούν αλλού.

Αυτό μπορεί να αποτελέσει πολύ γερό κεφάλαιο της έρευνάς μας για τη Ρόδο:

ΡΟΔΟΣ 2035 — Από την τουριστική ποσότητα στην αξία για τον τόπο.

Το κρατάμε ως επόμενο στάδιο της συζήτησης.


No comments:

Post a Comment