Κάποιος σου εμπιστεύεται
τον ύπνο του
Όταν κοιμάσαι μονάχος σου
δεν έχεις να φροντίσεις τον ύπνο κανενός
δεν έχεις την υποχρέωση ν’ αφουγκραστείς
τη ρυθμική ανάσα του
να διαφυλάξεις τα όνειρά του
να διατηρήσεις το σκοτάδι υγρό και φιλικό
σαν τα τοιχώματα της μήτρας
όταν κοιμάσαι μονάχος
δεν έχεις την ευθύνη να σκεπάσεις τον άλλο
να κρατήσεις τα νώτα του καλυμμένα
τους εφιάλτες του μακριά
δεν έχεις να μοιραστείς μαζί του
το λιγοστό αέρα της κάμαρης
τα ιδρωμένα σεντόνια και τα βαριά σκεπάσματα
τη σειρήνα του ασθενοφόρου
στις τρεις η ώρα το πρωί
τους θορύβους από τα έπιπλα
που χρόνια τώρα οι γείτονες
μετακινούν πάνω-κάτω
όταν κοιμάσαι μονάχος
έχεις ν’ αντιμετωπίσεις
την αϋπνία χωρίς σύμμαχο
τον φόβο του θανάτου καταπρόσωπο
την αφόρητη νοσταλγία των ημερών
που ξαγρυπνούσες στη σκοπιά
φυλάγοντας τον ύπνο ενός αγνώστου
Βεβαίως. Χαίρομαι που σου άρεσαν, γιατί πράγματι βοηθούν να μπει κανείς στο βαθύτερο νόημα του ποιήματος.
Voici aussi mes commentaires en français :
C’est un poème d’une grande tendresse, où la solitude du sommeil s’oppose à cette responsabilité profonde, presque silencieuse, qui naît lorsqu’un être humain dort près de nous et nous « confie » le moment où il est le plus vulnérable.
J’aime particulièrement, dans la traduction française, l’expression « tu veillais, montant la garde ». Elle conserve le double sens de l’expression grecque : celui de la garde, presque militaire, mais aussi celui de la veille humaine, attentive et protectrice, auprès de l’autre.
Et c’est peut-être là que se trouve l’une des plus belles pensées que Florence puisse retenir de ce poème :
Dormir auprès de quelqu’un, c’est lui dire sans paroles :
« Je te confie, pour quelques heures, la vulnérabilité de mon existence. »
Et inversement, veiller sur le sommeil de quelqu’un, même simplement en restant là, près de lui, c’est peut-être l’une des formes les plus discrètes de l’amour : être présent lorsque l’autre ne peut plus se protéger lui-même.
Βεβαίως. Είναι ένα πολύ τρυφερό ποίημα, όπου η μοναξιά του ύπνου αντιπαρατίθεται με εκείνη τη βαθιά, σχεδόν σιωπηλή ευθύνη που γεννιέται όταν ένας άνθρωπος κοιμάται δίπλα μας και μας «εμπιστεύεται» την πιο ανυπεράσπιστη στιγμή του.
Σου δίνω μια ποιητική απόδοση στα γαλλικά, ώστε να κρατήσει όσο γίνεται τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα και τη συγκίνηση του πρωτοτύπου:
Quelqu’un te confie son sommeil
Nikos Davvétas
Quand tu dors seul,
tu n’as à veiller sur le sommeil de personne,
tu n’as pas le devoir d’écouter
le rythme de sa respiration,
de protéger ses rêves,
de garder l’obscurité humide et bienveillante
comme les parois du ventre maternel.
Quand tu dors seul,
tu n’as pas la responsabilité de couvrir l’autre,
de garder son dos bien au chaud,
de tenir ses cauchemars à distance.
Tu n’as pas à partager avec lui
le peu d’air de la chambre,
les draps moites et les lourdes couvertures,
la sirène de l’ambulance
à trois heures du matin,
les bruits des meubles
que, depuis des années, les voisins
déplacent au-dessus, au-dessous.
Quand tu dors seul,
tu dois affronter
l’insomnie sans allié,
la peur de la mort face à face,
l’insoutenable nostalgie de ces jours
où tu veillais, montant la garde,
protégeant le sommeil d’un inconnu.
Nikos Davvétas
Μου αρέσει ιδιαίτερα στα γαλλικά η φράση «tu veillais, montant la garde»: διατηρεί τη διπλή έννοια του ελληνικού «ξαγρυπνούσες στη σκοπιά» — και τη στρατιωτική σκοπιά και την ανθρώπινη αγρύπνια δίπλα στον άλλον.
Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο που μπορεί να πάρει η Florence από το ποίημα: κοιμάμαι δίπλα σε κάποιον σημαίνει, χωρίς να το λέω, “σου εμπιστεύομαι για λίγες ώρες την ευάλωτη ύπαρξή μου”.
Quelqu’un te confie son sommeil
Nikos Davvétas
Quand tu dors seul,
tu n’as à veiller sur le sommeil de personne,
tu n’as pas le devoir d’écouter
le rythme de sa respiration,
de protéger ses rêves,
de garder l’obscurité humide et bienveillante
comme les parois du ventre maternel.
Quand tu dors seul,
tu n’as pas la responsabilité de couvrir l’autre,
de garder son dos bien au chaud,
de tenir ses cauchemars à distance.
Tu n’as pas à partager avec lui
le peu d’air de la chambre,
les draps moites et les lourdes couvertures,
la sirène de l’ambulance
à trois heures du matin,
les bruits des meubles
que, depuis des années, les voisins
déplacent au-dessus, au-dessous.
Quand tu dors seul,
tu dois affronter
l’insomnie sans allié,
la peur de la mort face à face,
l’insoutenable nostalgie de ces jours
où tu veillais, montant la garde,
protégeant le sommeil d’un inconnu.
Nikos Davvétas

No comments:
Post a Comment